- νοσοῦσιν
- νοσέωto be sickpres part act masc/neut dat pl (attic epic doric)νοσέωto be sickpres ind act 3rd pl (attic epic doric)
Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.
Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.
εντεύθεν — (AM ἐντεῡθεν, Α και ιων. τ. ένθευτεν) επίρρ. 1. (για τόπο) από δω ή από κει («καταπλώσας γάρ... ἐπὶ Φᾱσιν ποταμόν, ἐντεῡθεν», Ηρόδ.) 2. χρον. από ένα καθορισμένο χρονικό σημείο και μετά, από τότε («κἀντεῡθεν ἄλλος ἄλλον ἐξ ἑνὸς κακοῡ ἔθραυε… … Dictionary of Greek
τευτλοφακή — ἡ, Α έδεσμα από τεύτλα και φακή («οὕτω δὲ καὶ τὴν τευτλοφακῆν ὁ Ταραντῑνος Ἡρακλείδης οὐ μόνον ὑγιαίνουσιν, ἀλλὰ καὶ νοσοῡσιν ἐδίδου», Γαλ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < τεῦτλον + φακῆ] … Dictionary of Greek
ВАРВАРА — [греч. Βαρβάρα] († ок. 306), вмц. (пам. 4 дек., пам. зап. 15, 17 дек.). Житие Род. в семье знатного и богатого язычника топарха Диоскора. Желая скрыть единственную дочь от взглядов мужчин, он велел построить в своем имении высокую башню, где и… … Православная энциклопедия